Φόβος: Το νόημα του ζωντανεύει το όνειρο

Φόβος: Το νόημα του ζωντανεύει το όνειρο

Κατασκευάζουμε ένα κόσμο μέσα μας, τη στιγμή που ανοίγουμε τα μάτια μας. Παράλληλα με την δική μας ανάπτυξη αναπτύσσεται και το νόημα. Ανακαλύπτουμε τη ζωή μας δίνοντας νόημα στις πράξεις μας είτε εκ των προτέρων, είτε εκ των υστέρων. Το γιατί μοιάζει να ακολουθεί το τι, ενώ θα έπρεπε να προηγείται. Αυτό έχει σχέση με τα όνειρα που τα εγκαταλείπουμε στη γωνία. Τα αφήνουμε για να τα ξαναπιάσουμε, πιστεύοντας ότι θα είμαστε οι ίδιοι αργότερα και ότι τα όνειρα μας θα διατηρηθούν αναλλοίωτα. Πολλές φορές συμβαίνει: Στο νέο μονοπάτι της ζωής μας να εκπληρώνουμε παλαιά όνειρα. Τις περισσότερες όμως φορές τα όνειρα μας αφήνουν και τρέχουν να κρυφτούν, μπροστά στη ζωή, που εμείς δημιουργήσαμε. Τότε μας φαίνεται σαν τιμωρία. Το ποιος όμως μας τιμωρεί μένει κρυμμένο στο σκοτάδι. Και ξεκινά η αναζήτηση.

Τον έλεγαν Αθανάσιο

Στον Αθανάσιο άρεσαν τα Μαθηματικά. Ήταν άριστος στο Σχολείο και θα περίμενες να σπουδάσει κάτι, που να σχετίζεται. Μου ομολόγησε ότι ήθελε να ασχοληθεί με την Πυρηνική Φυσική. Τον γοήτευαν, λέει τα μικρά σωματίδια, που δεν φαίνονται. Η ύλη, η άφαντη. Έτσι μου είπε στην πρώτη συνάντηση μας. Όταν τον ρώτησα, αν μπορώ να τον αποκαλώ Θανάση, μου είπε Όχι. < Το όνομα μου έχει αθανασία, που χάνεται όταν χαθεί το πρώτο άλφα>. Έτσι κάπως ξεκινήσαμε. Ο μικρός Πυρηνικός Φυσικός έγινε έμπορος. <Η μητέρα μου και ο πατέρας μου είχαν την επιχείρηση και κάποιος έπρεπε να την αναλάβει. Δεν μπορούσε να μείνει ορφανή>.

Ο Αθανάσιος ήταν το τελευταίο από τα τρία αγόρια της οικογένειας. Πέντε χρόνια μετά από αυτόν γεννήθηκε μια αδελφή, η οποία χάθηκε στα έξη χρόνια της, από πυρετό. Ο Αθανάσιος δεν γνώριζε την ασθένεια και η οικογένεια δεν κουβέντιαζε ποτέ για αυτό. «Είναι ένα θέμα απαγορευμένο από την μητέρα», μου τόνισε. Η μητέρα του είχε πεθάνει πριν από τη συνάντηση μας  αφού προηγουμένως έθαψε τον άντρα της. Στο πατρικό ζούσε μόνος του ο Αθανάσιος, πενήντα χρονών, όταν συναντηθήκαμε. Ήταν ο μόνος ανύπαντρος. Οι άλλοι τρεις είχαν παιδιά και εγγόνια. Δεν ήταν μαζί του στην επιχείρηση, αυτή ήταν όλη δική του. Ο Αθανάσιος υπέφερε από μοναξιά. Ακόμα και τα λόγια του ήταν ξερά και έρημα. Δεν είχαν επιθυμία και γεύση. Παραπονιόταν αλλά και κρατιόταν γερά από την μοναξιά. <Είναι  η γυναίκα μου, η σύντροφος μου> μου είπε.

Η μοναξιά τον έπνιγε αλλά και την αγαπούσε. Δεν ήθελε άλλους αλλά δεν μπορούσε να ζήσει και μόνος του. Η σύγκρουση βαθιά χωρίς διέξοδο, χωρίς χαραμάδα. Όλα γκρίζα και τακτοποιημένα. Όλα χωρίς ζωή. Κάποια ημέρα, καιρό μετά την πρώτη μας συνάντηση, τον ρώτησα  για το όνομα του, για το νόημα της αθανασίας στη ζωή του. < Όσο είμαι αθάνατος έχω επιλογές. Μπορώ να τα αλλάξω όλα. Μπορώ να ονειρεύομαι ότι κάποια στιγμή  θα κάνω οικογένεια, θα βρω μια γυναίκα να αγαπήσω. Ίσως και να ξαναδιαβάσω για τα άτομα και τους πυρήνες , που μου αρέσουν> μου απάντησε. Σκέφτηκα ότι ήταν οι πρώτες επιθυμίες, που βρήκαν τη θέση τους στις συζητήσεις μας. Ένα μικρό παραθύρι στο όνειρο. Του ζήτησα στην επόμενη συνάντηση μας να μιλήσουμε για την αθανασία. Πώς βρέθηκε στη ζωή του και πότε αρχικά τη σκέφτηκε. Με ενδιέφερε, του τόνισα, η θύμηση της πρώτης σκέψης, όχι της τωρινής.

Την επόμενη φορά, η διήγηση του ήταν η αποκάλυψη της ζωής του. Τα λόγια του απέκτησαν νόημα. Οι συζητήσεις μας φωτίστηκαν από τον ίδιο για τον ίδιο. Ο θάνατος σε πρώτο πρόσωπο για αυτόν τον κυνηγό της αθανασίας. «Είμαστε στην κηδεία της αδελφής μου. Μόλις είχαμε ρίξει το χώμα στον τάφο της και η μητέρα μου θρηνούσε απαρηγόρητη. Την πλησίασα γιατί αισθανόμουν μεγάλη μοναξιά. Ήμουν ο μικρότερος και είχα να την δω πολλές ημέρες, που ήταν στο νοσοκομείο. Μόλις εκάθησα δίπλα της και πήγα να την αγκαλιάσω με έσπρωξε και μου είπε σφυρικτά: < Φύγε, εσύ έπρεπε να είσαι στη θέση της. Αγόρια είχα και δεν ήθελα άλλα. Η ζωή σου είναι αδικία>. Και εγώ έφυγα. Δεν την ρώτησα ποτέ αν το εννοούσε, δεν με ένοιαζε, αλλά αποφάσισα να ζήσω, να ζήσω έστω ανεπιθύμητος. Τώρα καταλαβαίνω ότι τη ζωή που μου έδωσε η μητέρα μου, εκείνη τη στιγμή μου την πήρε πίσω. Μην νομίζετε ότι δεν το ήξερα. Το ήξερα από πάντα αλλά πάντα αποφάσιζα να ζήσω. Έμαθα από μικρός την πολυτέλεια της ζωής και δεν θέλω τον θάνατο. Θέλω να με φωνάζουν αθάνατο. Εάν το πιστεύω, θα γίνω’’.

Ο Αθανάσιος ήθελε την αθανασία. Ήθελε κάτι υπερφυσικό, κάτι που δεν μπορούσε να έχει. Η πονεμένη φράση της μητέρας του λειτούργησε σαν τιμωρία. Σαν να είχε κάτι, που δεν του άξιζε: την ίδια την ζωή του. Η λαχτάρα του για αθανασία ήταν ο μεγάλος του φόβος για την ζωή. Θεωρούσε ότι αν δεν ζούσε, αν δεν δημιουργούσε σχέσεις, δεν θα είχε και τίποτα να χάσει, όταν  θα ερχόταν ο θάνατος να του πάρει το μεγάλο “άλφα”. Η ζωή του ήταν μια τεράστια αγωνία. Η αγωνία ήταν η ζωή του. Έβλεπε το τέλος, πριν από την διαδρομή. Για να ζήσει, έπρεπε να δώσει ο ίδιος ένα όνομα στην  αγωνία του. Όταν ονομάζουμε  κάτι το ορίζουμε και το  περιορίζουμε. Ο Αθανάσιος  διάλεξε τελικά τον δρόμο του νοήματος. Έδωσε νόημα στην αγωνία του και τόλμησε να ρίξει μια κλεφτή ματιά στην άβυσσο του ανθρώπινου βίου.

Ίσως αυτή η ματιά, να βοήθησε. Τώρα έχει μια κορούλα δύο χρονών.

Η ψυχοθεραπεία και η αγωνία

Η αγωνία είναι ένας διαρκής, μεγάλος φόβος. Σφίγγει την ύπαρξη, μαραίνει τη ζωντάνια της ζωής. Μόνη επιλογή, η αποχή από το νόημα και τα συναισθήματα. Η σκέψη δεν πρέπει να οδηγεί σε συμπεράσματα. Όλα πρέπει να είναι προσωρινά. Οι επιλογές δεν συμβαίνουν. Οι επιλογές δεσμεύουν και απορρίπτονται. Μια ζωή σε εκκρεμότητα, μια ζωή χωρίς νόημα. Μια ζωή άγονη, ώστε ο θάνατος να μην βρει τίποτα να πάρει.

Η Ψυχοθεραπεία οφείλει να δίνει χώρο στην αγωνία. Να δημιουργεί την ασφάλεια με την σχέση και να τοποθετεί τον φόβο στο ανθρώπινο μέτρο. Να τον κάνει από αγωνία, φόβο. Τότε ο κάθε άνθρωπος έχει  επιλογές: Είτε να αντιμετωπίζει τα ανθρώπινα, είτε να δραπετεύσει μπροστά στο νόημα. Ο καθένας από εμάς επιλέγει ελεύθερα. Αυτό το ελεύθερα επεξεργαζόμαστε στη ψυχοθεραπεία. Γιατί ελεύθερα ίσως να σημαίνει και μετά ‘’Λόγου γνώσεως’’.